Οι επενδυτές κοιτούν το κλίμα στο λάθος σημείο
Για χρόνια, η επενδυτική βιομηχανία αντιμετώπισε την κλιματική αλλαγή κυρίως ως πρόβλημα των κεφαλαιαγορών. Έθεσε στόχους net zero σε επίπεδο χαρτοφυλακίου, διοχέτευσε κεφάλαια σε «κλιματικές λύσεις», πίεσε εταιρείες να δημοσιοποιούν περισσότερα στοιχεία και προσπάθησε να περιορίσει την έκθεση στα ορυκτά καύσιμα.
Όλα αυτά έχουν αξία. Αλλά ίσως δεν αγγίζουν την καρδιά του προβλήματος.
Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα που διατυπώνει ο Richard Roberts, επικεφαλής έρευνας στο think tank Volans. Η κλιματική αλλαγή, υποστηρίζει, δεν είναι πρωτίστως μια δυσλειτουργία πληροφόρησης που μπορεί να διορθωθεί με καλύτερο ESG reporting ή ακριβέστερη τιμολόγηση του κινδύνου. Είναι αποτυχία της πραγματικής οικονομίας. Και εκεί πρέπει να στραφεί πολύ περισσότερο η προσοχή των επενδυτών.
Το ESG δεν αρκεί όταν η πραγματική οικονομία δεν αλλάζει
Η παραδοσιακή λογική του sustainable finance ήταν σχετικά απλή: αν οι επενδυτές διοχετεύσουν τα κεφάλαιά τους στις σωστές εταιρείες και απομακρυνθούν από τις πιο ρυπογόνες, η πραγματική οικονομία θα ακολουθήσει.
Η εμπειρία δείχνει ότι αυτό δεν είναι τόσο εύκολο.
Περίπου 40 τρισ. δολάρια θεσμικών κεφαλαίων έχουν συνδεθεί με δεσμεύσεις αποεπένδυσης από ορυκτά καύσιμα, αν και πολλές από αυτές είναι μερικές ή περιορίζονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως ο άνθρακας. Παράλληλα, μεγάλοι επενδυτές έχουν θέσει κλιματικούς στόχους, έχουν επενδύσει σε καθαρές τεχνολογίες και έχουν ενισχύσει το engagement με τις εταιρείες.
Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και αν αυτές οι πρακτικές εφαρμόζονταν πολύ πιο επιθετικά, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγούσαν σε μετάβαση αρκετά γρήγορη ώστε να περιοριστούν οι οικονομικές απώλειες από την υπερθέρμανση.
Η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να παράγει ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές και υποδομές μέσα από συστήματα που σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από ορυκτά καύσιμα. Αν αυτά τα συστήματα δεν αλλάξουν, το χρηματοπιστωτικό σύστημα από μόνο του δύσκολα μπορεί να δημιουργήσει την απαιτούμενη μετάβαση.
Από το «redirect capital» στο «redirect the real economy»
Η αντιστροφή της λογικής είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσης.
Δεν αρκεί να μετακινηθεί το κεφάλαιο και να αναμένεται ότι η πραγματική οικονομία θα ακολουθήσει. Πρέπει πρώτα να δημιουργηθούν οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που κάνουν τη μετάβαση της πραγματικής οικονομίας εφικτή και επενδύσιμη. Τότε θα ακολουθήσει και το κεφάλαιο.
Αυτό μεταφέρει το βάρος από το ESG reporting και τις χρηματοοικονομικές γνωστοποιήσεις σε πολύ πιο δύσκολα ζητήματα: ηλεκτροπαραγωγή, δίκτυα, ενεργειακή αποδοτικότητα, μεταφορές, βιομηχανία, carbon pricing και δημόσιες υποδομές.
Και εδώ εμφανίζεται ένα σημαντικό κενό.
Μόνο το 25% της κλιματικής πίεσης των επενδυτών αφορά την πραγματική οικονομία
Η Volans μίλησε τους τελευταίους 18 μήνες με περισσότερους από 100 θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι διαχειρίζονται συνολικά περίπου 33 τρισ. δολάρια.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε πολιτικές που αφορούν disclosures και χρηματοπιστωτική ρύθμιση. Ακόμη και μεταξύ όσων ασχολούνται με ζητήματα της πραγματικής οικονομίας, περίπου τα δύο τρίτα του χρόνου, των χρημάτων και της προσπάθειας κατευθύνονται σε χρηματοοικονομικούς κανόνες και υποχρεώσεις δημοσιοποίησης.
Μόλις περίπου το ένα τέταρτο των διαθέσιμων πόρων engagement κατευθύνεται σε πολιτικές της πραγματικής οικονομίας.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιοι οι επενδυτές θεωρούν πως αυτό θα έπρεπε να αλλάξει. Όταν ρωτήθηκαν πώς θα μοίραζαν ιδανικά τους πόρους τους, εκτίμησαν ότι η συμμετοχή σε real-economy climate policy θα έπρεπε περίπου να διπλασιαστεί.
Η απόσταση μεταξύ του τι κάνουν και του τι θεωρούν ότι θα έπρεπε να κάνουν είναι αποκαλυπτική.
Το μεγάλο ανεκμετάλλευτο εργαλείο είναι η πολιτική επιρροή
Οι θεσμικοί επενδυτές έχουν συνηθίσει να μιλούν με εταιρικές διοικήσεις. Είναι πολύ λιγότερο εξοικειωμένοι με το να παρεμβαίνουν συστηματικά στη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής.
Κι όμως, αν η κλιματική αλλαγή αποτελεί συστημικό κίνδυνο για τα μακροπρόθεσμα χαρτοφυλάκιά τους, τότε οι δημόσιες πολιτικές που καθορίζουν τη λειτουργία της ενέργειας, των μεταφορών ή της βιομηχανίας είναι εξίσου σημαντικές με τις αποφάσεις μιας μεμονωμένης εταιρείας.
Υπάρχουν ήδη σημάδια αλλαγής. Σύμφωνα με στοιχεία της Asia Investor Group on Climate Change, το ποσοστό σημαντικών επενδυτών στην περιοχή που ασχολούνται ενεργά με την κλιματική πολιτική και ρύθμιση αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο από περίπου 25% σε περίπου 33%.
Παρόλα αυτά, για πολλούς θεσμικούς επενδυτές η έννοια του climate policy engagement εξακολουθεί να περιορίζεται στις γνωστοποιήσεις βιωσιμότητας και στη χρηματοπιστωτική ρύθμιση.
Αυτό είναι μάλλον πολύ στενό.
Οι επενδυτές φοβούνται ότι μπαίνουν στην πολιτική
Ο βασικός λόγος για αυτή τη διστακτικότητα είναι διπλός: τεχνογνωσία και νομιμοποίηση.
Πολλοί επενδυτές θεωρούν ότι δεν έχουν τις γνώσεις για να παρέμβουν σε ζητήματα όπως η ενεργειακή πολιτική ή το carbon pricing. Άλλοι φοβούνται ότι μια τέτοια εμπλοκή μπορεί να εκληφθεί ως πολιτική τοποθέτηση και όχι ως επενδυτική δραστηριότητα.
Και τα δύο επιχειρήματα έχουν κάποια βάση, αλλά δεν είναι ανυπέρβλητα.
Η τεχνογνωσία μπορεί να αποκτηθεί μέσα από συνεργασίες με think tanks, επιστημονικούς φορείς και εξειδικευμένους οργανισμούς. Και η ουσιαστική πολιτική παρέμβαση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι επενδυτές πρέπει να γράφουν νομοσχέδια ή να αποφασίζουν ποιο ακριβώς μοντέλο αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας χρειάζεται μια χώρα.
Μπορούν να κάνουν κάτι πολύ απλούστερο: να εξηγούν στις κυβερνήσεις ποια κατεύθυνση πολιτικής χρειάζεται ώστε η μετάβαση να γίνει επενδύσιμη.
Από πολιτική θέση σε fiduciary duty
Εδώ βρίσκεται και το πιο δύσκολο ίσως επιχείρημα.
Η συμμετοχή των θεσμικών επενδυτών στην κλιματική πολιτική δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως έκφραση πολιτικών προτιμήσεων. Μπορεί να θεωρηθεί μέρος της υποχρέωσής τους να προστατεύουν τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις των δικαιούχων τους.
Εάν η κλιματική αλλαγή αποτελεί μη διαφοροποιήσιμο συστημικό κίνδυνο, τότε ένας μεγάλος συνταξιοδοτικός οργανισμός ή asset owner δεν μπορεί απλώς να τον αποφύγει μετακινώντας μερικές μετοχές από το ένα χαρτοφυλάκιο στο άλλο.
Δεν υπάρχει πραγματική διαφοροποίηση απέναντι σε έναν κίνδυνο που μπορεί να πλήξει ταυτόχρονα οικονομική ανάπτυξη, παραγωγικότητα, υποδομές, εμπορικές ροές και αξίες περιουσιακών στοιχείων.
Σε αυτή την περίπτωση, η προσπάθεια να μειωθεί ο ίδιος ο συστημικός κίνδυνος μπορεί να αποτελεί μέρος της fiduciary responsibility.
Η επόμενη φάση του sustainable finance
Η συζήτηση αυτή δείχνει ίσως προς τα πού κατευθύνεται το sustainable finance μετά από χρόνια εμμονής με disclosures, taxonomy, ratings και net-zero portfolios.
Όλα αυτά παραμένουν χρήσιμα. Αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πραγματική μετάβαση.
Ένα χαρτοφυλάκιο μπορεί να φαίνεται «πράσινο» και την ίδια στιγμή η οικονομία στην οποία επενδύει να εξακολουθεί να εξαρτάται από ανθρακικές υποδομές. Ένας επενδυτής μπορεί να μειώσει τις reported emissions του χωρίς να έχει συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των συνολικών εκπομπών.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό blind spot της επενδυτικής βιομηχανίας.
Η κλιματική στρατηγική των επενδυτών δεν μπορεί να τελειώνει εκεί που αρχίζει η δημόσια πολιτική. Αν οι υφιστάμενες προσεγγίσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν έναν συστημικό κίνδυνο, η παραμονή στις γνώριμες πρακτικές δεν είναι απαραίτητα η ασφαλής επιλογή.
Μπορεί να είναι η πιο επικίνδυνη.
Πηγή: Reuters









