ESG+Stories

Στο τραπέζι νέοι κανόνες για τις ευρωπαϊκές θάλασσες – Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοίγει τη συζήτηση για την αναθεώρηση της βασικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Στόχος είναι ένα πλαίσιο αυστηρότερο ως προς τα αποτελέσματα, αλλά απλούστερο στην εφαρμογή του, μια δύσκολη ισορροπία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ναυτιλία, τουρισμός, υδατοκαλλιέργειες και ενεργειακές επενδύσεις διεκδικούν χώρο στις ίδιες θάλασσες.
Στο τραπέζι νέοι κανόνες για τις ευρωπαϊκές θάλασσες – Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει την αναθεώρηση της Οδηγίας-Πλαίσιο για τη Θαλάσσια Στρατηγική, του βασικού νομοθετικού εργαλείου της για την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει με τη συμμετοχή θεσμικών φορέων και ενδιαφερόμενων μερών, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη παρουσιαστεί η τελική νομοθετική πρόταση.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, η Ευρωπαία επίτροπος Περιβάλλοντος, Ανθεκτικότητας των Υδάτων και Ανταγωνιστικής Κυκλικής Οικονομίας, Τζέσικα Ρόσβαλ, συγκάλεσε σχετική συζήτηση με εκπροσώπους της αγοράς και άλλους εμπλεκόμενους φορείς. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η αποτελεσματικότερη προστασία των ευρωπαϊκών θαλασσών, η ενίσχυση της εφαρμογής της Οδηγίας και η μείωση του διοικητικού βάρους για τα κράτη-μέλη.

Η ανάγκη αναθεώρησης προκύπτει από ένα ξεκάθαρο έλλειμμα αποτελέσματος: ο αρχικός στόχος για επίτευξη «καλής περιβαλλοντικής κατάστασης» σε όλα τα θαλάσσια ύδατα της ΕΕ έως το 2020 δεν επιτεύχθηκε. Η αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2025 κατέγραψε αδυναμίες στην εφαρμογή και την επιβολή των κανόνων, άνιση συνεργασία μεταξύ των θαλάσσιων περιφερειών, περιορισμένη συνοχή με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές και σημαντικό διοικητικό βάρος στη συλλογή και αναφορά δεδομένων.

Αυστηρότερο αποτέλεσμα, λιγότερη γραφειοκρατία

Η Οδηγία 2008/56/ΕΚ υιοθέτησε μια οικοσυστημική προσέγγιση για τη διαχείριση των θαλασσών. Η «καλή περιβαλλοντική κατάσταση» δεν περιορίζεται στην καθαρότητα των υδάτων, αλλά καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παραμέτρων: τη βιοποικιλότητα, τα αποθέματα ψαριών, την ακεραιότητα του θαλάσσιου πυθμένα, τον ευτροφισμό, τους ρύπους, τα θαλάσσια απορρίμματα και τον υποθαλάσσιο θόρυβο.

Τα κράτη-μέλη οφείλουν να αξιολογούν την κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων τους, να θέτουν περιβαλλοντικούς στόχους, να εφαρμόζουν προγράμματα παρακολούθησης και να λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση των πιέσεων. Τα σχετικά στοιχεία συγκεντρώνονται στο ευρωπαϊκό σύστημα WISE Marine, το οποίο επιτρέπει την παρακολούθηση της εφαρμογής της Οδηγίας ανά χώρα και θαλάσσια περιοχή.

Η επικείμενη αναθεώρηση κινείται σε δύο φαινομενικά αντίθετες κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, η Επιτροπή εξετάζει την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου, ώστε οι ευρωπαϊκές θάλασσες να καταστούν πραγματικά υγιείς, καθαρές και παραγωγικές. Αυτό σημαίνει ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες θα πρέπει να αναπτύσσονται εντός των ορίων αντοχής των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Από την άλλη πλευρά, κεντρικός στόχος είναι η απλούστευση. Στο τραπέζι βρίσκονται η μείωση των υποχρεώσεων αναφοράς των κρατών-μελών, η καλύτερη διαχείριση των περιβαλλοντικών δεδομένων και η αποφυγή επαναλαμβανόμενων ή επικαλυπτόμενων διαδικασιών.

Η Επιτροπή επιδιώκει επίσης στενότερη σύνδεση της Οδηγίας με την Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα, τον Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης και την Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Η τελευταία αναμένεται να αποτελέσει τη βάση για τη σχεδιαζόμενη ευρωπαϊκή Πράξη για τους Ωκεανούς, το λεγόμενο Ocean Act.

Γιατί η αναθεώρηση αφορά άμεσα τις επιχειρήσεις;

Παρότι οι βασικές υποχρεώσεις της Οδηγίας απευθύνονται στα κράτη-μέλη, η αναθεώρησή της μπορεί να επηρεάσει έμμεσα ένα μεγάλο εύρος επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί στόχοι και πληρέστερα δεδομένα μπορούν να ενσωματωθούν στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, στις περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις και στους όρους λειτουργίας δραστηριοτήτων που ασκούν πίεση στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν:

  • οι λιμενικές εγκαταστάσεις και οι θαλάσσιες μεταφορές,
  • οι μονάδες υδατοκαλλιέργειας,
  • τα υπεράκτια αιολικά πάρκα και οι ενεργειακές υποδομές,
  • οι παράκτιες τουριστικές και οικιστικές αναπτύξεις,
  • η αλιεία και η εκμετάλλευση θαλάσσιων πόρων.

Η αλλαγή δεν συνεπάγεται αυτομάτως νέες άδειες ή συγκεκριμένους περιορισμούς για τις επιχειρήσεις, καθώς το τελικό περιεχόμενο της αναθεώρησης δεν έχει ακόμη αποφασιστεί. Δείχνει, όμως, προς ένα περιβάλλον στο οποίο οι επενδυτές θα χρειάζονται πιο αξιόπιστα δεδομένα για τις σωρευτικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους και για την κατάσταση της περιοχής στην οποία σχεδιάζουν να δραστηριοποιηθούν.

Ταυτόχρονα, η καλύτερη εναρμόνιση των ευρωπαϊκών κανόνων μπορεί να περιορίσει τις καθυστερήσεις που προκαλούν οι παράλληλες διαδικασίες και οι διαφορετικές απαιτήσεις δεδομένων. Το πραγματικό στοίχημα είναι εάν η απλούστευση θα αφορά μόνο τον τρόπο αναφοράς ή εάν θα οδηγήσει και σε ταχύτερες, πιο προβλέψιμες διαδικασίες χωρίς υποβάθμιση της περιβαλλοντικής προστασίας.

Η ελληνική εξίσωση: ανάπτυξη σε έναν περιορισμένο θαλάσσιο χώρο

Για την Ελλάδα, η αναθεώρηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εθνικό δίκαιο με τον νόμο 3983/2011 και εφαρμόζει προγράμματα παρακολούθησης και μέτρων για τις θαλάσσιες υποπεριοχές του Αιγαίου, του Ιονίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να επανεξετάζονται και να επικαιροποιούνται ανά εξαετία.

Περίπου το 18% των ελληνικών θαλάσσιων υδάτων περιλαμβάνεται σήμερα στο δίκτυο Natura 2000 ή σε άλλες κατηγορίες προστατευόμενων περιοχών. Την ίδια στιγμή, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος επισημαίνει ότι η αυξανόμενη τουριστική και κατασκευαστική δραστηριότητα επιβαρύνει τις παράκτιες ζώνες, ενώ τουρισμός, αλιεία, μεταφορές και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στη βιοποικιλότητα.

Η ελληνική πρόκληση δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην προστασία και στην ανάπτυξη, αλλά να προσδιορίσει πού, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποια δεδομένα μπορεί να αναπτυχθεί κάθε δραστηριότητα. Η χωροθέτηση υπεράκτιων αιολικών, η επέκταση λιμένων, η ανάπτυξη υδατοκαλλιεργειών και η τουριστική αξιοποίηση των ακτών δεν μπορούν πλέον να εξετάζονται αποσπασματικά.

Για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι η γνώση της κατάστασης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και η έγκαιρη αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποκτούν μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Για το κράτος, σημαίνει ανάγκη για συνεπή δεδομένα, καθαρούς χωροταξικούς κανόνες και αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ