ESG+Stories

ΕΕ: Σε ισχύ η απαγόρευση καταστροφής απούλητων ρούχων και υποδημάτων

Ωστόσο, οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις και η ανάγκη αποτελεσματικών ελέγχων δημιουργούν ερωτήματα για το κατά πόσο η απαγόρευση θα εφαρμοστεί. 
ΕΕ: Σε ισχύ η απαγόρευση καταστροφής απούλητων ρούχων και υποδημάτων

Μια σημαντική αλλαγή για την ευρωπαϊκή βιομηχανία της μόδας τέθηκε σε εφαρμογή στις 19 Ιουλίου 2026, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις υποχρεούνται πλέον να σταματήσουν την καταστροφή απούλητων ρούχων, αξεσουάρ ένδυσης και υποδημάτων.

.

Το μέτρο εντάσσεται στον ευρωπαϊκό Κανονισμό για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων (ESPR) και αφορά τόσο τους ομίλους πολυτελείας όσο και τις μεγάλες αλυσίδες μαζικής ένδυσης. Οι επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους θα υπαχθούν στην ίδια απαγόρευση από τον Ιούλιο του 2030, ενώ οι πολύ μικρές και μικρές εταιρείες εξαιρούνται.

Η εφαρμογή του μέτρου αναγκάζει τις εταιρείες να επανεξετάσουν τι κάνουν με τα προϊόντα που παραμένουν στις αποθήκες τους στο τέλος μιας σεζόν ή επιστρέφονται από τους καταναλωτές. Οι επιλογές περιλαμβάνουν πλέον τη μεταπώληση, τη δωρεά, την επισκευή, την ανακατασκευή και την προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση.

Γιατί παρεμβαίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση

Η καταστροφή απούλητων προϊόντων αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις πιο αμφιλεγόμενες πρακτικές στη μόδα. Εταιρείες μπορεί να αποσύρουν προϊόντα λόγω υπερπαραγωγής, αλλαγής συλλογών, επιστροφών, μικρών ελαττωμάτων ή της ανάγκης προστασίας της εμπορικής αξίας ενός brand.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο καταστρέφεται στην Ευρώπη ποσοστό μεταξύ 4% και 9% των απούλητων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, χωρίς αυτά να έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ. Η πρακτική αυτή συνδέεται με περίπου 5,6 εκατ. τόνους εκπομπών CO₂, ποσότητα σχεδόν αντίστοιχη με τις καθαρές ετήσιες εκπομπές της Σουηδίας το 2021.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα ίδια τα απόβλητα. Κάθε προϊόν που καταστρέφεται ενσωματώνει πρώτες ύλες, νερό, ενέργεια, εργασία και μεταφορές που χρησιμοποιήθηκαν χωρίς τελικά να προσφέρουν κάποια οικονομική ή κοινωνική αξία.

Η νέα νομοθεσία επιδιώκει, επομένως, να αντιμετωπίσει όχι μόνο το τελικό στάδιο της απόρριψης, αλλά και το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο της υπερπαραγωγής.

Τι θεωρείται «καταστροφή»

Ο ευρωπαϊκός κανονισμός δίνει ευρεία ερμηνεία στον όρο. Ως καταστροφή νοείται η σκόπιμη φθορά ή απόρριψη ενός προϊόντος, εκτός εάν αυτό αποστέλλεται αποκλειστικά για προετοιμασία προς επαναχρησιμοποίηση, επισκευή ή ανακατασκευή.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, για τους σκοπούς του συγκεκριμένου κανονισμού, ακόμη και η αποστολή ενός απούλητου προϊόντος για ανακύκλωση θεωρείται καταστροφή. Αυτό σημαίνει ότι μια εταιρεία δεν μπορεί απλώς να αντικαταστήσει την αποτέφρωση με την ανακύκλωση και να θεωρήσει ότι συμμορφώθηκε με την απαγόρευση.

Η λογική είναι ότι ένα καινούργιο προϊόν πρέπει, όπου είναι εφικτό, να παραμένει σε χρήση και όχι να υποβαθμίζεται πρόωρα σε πρώτη ύλη. Η ανακύκλωση βρίσκεται χαμηλότερα από την επαναχρησιμοποίηση στην ευρωπαϊκή ιεράρχηση διαχείρισης αποβλήτων.

Οι εξαιρέσεις που δημιουργούν προβληματισμό

Η απαγόρευση δεν είναι απόλυτη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θεσπίσει σειρά εξαιρέσεων, ώστε να επιτρέπεται η καταστροφή όταν αυτή θεωρείται αναγκαία και αναλογική.

Μεταξύ άλλων, απούλητα προϊόντα μπορούν να καταστραφούν όταν είναι επικίνδυνα για την υγεία ή την ασφάλεια, όταν δεν συμμορφώνονται με τη νομοθεσία, όταν έχουν υποστεί ζημιά που δεν μπορεί να επισκευαστεί με οικονομικά εύλογο τρόπο ή όταν παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως στην περίπτωση απομιμήσεων.

Εξαίρεση προβλέπεται επίσης όταν προϊόντα έχουν προσφερθεί για δωρεά αλλά δεν έγιναν δεκτά. Η νομοθεσία επιτρέπει την καταστροφή εφόσον η εταιρεία τα έχει προσφέρει σε τουλάχιστον τρεις κατάλληλους φορείς κοινωνικής οικονομίας στην ΕΕ ή τα έχει διαθέσει μέσω προσβάσιμης σελίδας στον ιστότοπό της για τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες, χωρίς να βρεθεί αποδέκτης.

Αυτές ακριβώς οι εξαιρέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι εταιρείες θα μπορούν να χαρακτηρίζουν προϊόντα ως μη επισκευάσιμα, μη εμπορεύσιμα ή ακατάλληλα για δωρεά, αποφεύγοντας στην πράξη την πλήρη εφαρμογή του κανόνα.

Ποιος θα ελέγχει τη συμμόρφωση

Η ευθύνη εποπτείας ανήκει στις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών-μελών. Οι επιχειρήσεις που επικαλούνται κάποια εξαίρεση θα πρέπει να μπορούν να παρουσιάσουν την απαραίτητη τεκμηρίωση και να τη διατηρούν για διάστημα πέντε ετών.

Η αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης θα εξαρτηθεί επομένως σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των ελέγχων, τη διαθεσιμότητα αξιόπιστων στοιχείων και τη συνέπεια με την οποία θα εφαρμόζεται το πλαίσιο σε διαφορετικές χώρες.

Εάν οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς ή οι ορισμοί εφαρμόζονται με διαφορετικό τρόπο, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί άνισο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων.

Νέα υποχρέωση δημοσιοποίησης στοιχείων

Παράλληλα με την απαγόρευση, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούν στοιχεία για τις ποσότητες απούλητων προϊόντων που απορρίπτουν, καθώς και τους λόγους της απόρριψης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υιοθετήσει τυποποιημένη μορφή γνωστοποίησης, η οποία θα εφαρμόζεται από τον Φεβρουάριο του 2027. Στόχος είναι να αυξηθεί η διαφάνεια και να καταστεί ευκολότερη η σύγκριση των επιδόσεων μεταξύ εταιρειών.

Οι γνωστοποιήσεις αυτές μπορεί να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με την ίδια την απαγόρευση, καθώς θα αποκαλύπτουν ποιες εταιρείες εξακολουθούν να δημιουργούν μεγάλους όγκους πλεονάζοντος αποθέματος.

Πώς αλλάζει το μοντέλο της μόδας

Για τις εταιρείες, η νέα πραγματικότητα δεν αφορά απλώς την εύρεση ενός διαφορετικού προορισμού για τα απούλητα προϊόντα. Απαιτεί αλλαγές σε ολόκληρο τον κύκλο παραγωγής.

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να βελτιώσουν την πρόβλεψη της ζήτησης, να μειώσουν την υπερπαραγωγή, να σχεδιάσουν αποτελεσματικότερες διαδικασίες διαχείρισης επιστροφών και να επενδύσουν σε δίκτυα μεταπώλησης, δωρεάς, επισκευής και ανακατασκευής.

Για τους ομίλους πολυτελείας, η πρόκληση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η διοχέτευση απούλητων προϊόντων σε εκπτωτικά κανάλια ή αγορές μεταπώλησης μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την αποκλειστικότητα και την τιμολογιακή ισχύ ενός brand. Για τις αλυσίδες fast fashion, αντίθετα, το βασικό πρόβλημα είναι ο τεράστιος όγκος παραγωγής και η πολύ γρήγορη εναλλαγή συλλογών.

Η νομοθεσία μπορεί έτσι να ενισχύσει τη χρήση outlet, πλατφορμών resale, δωρεών και μοντέλων ανακύκλωσης ή επανακατασκευής. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι όλες αυτές οι λύσεις μπορούν να απορροφήσουν τις ποσότητες που δημιουργεί σήμερα ο κλάδος.

Θα περιορίσει πράγματι την υπερπαραγωγή;

Η ουσιαστική επιτυχία του μέτρου δεν θα κριθεί μόνο από το εάν λιγότερα προϊόντα αποτεφρώνονται ή καταλήγουν σε χώρους αποβλήτων. Θα εξαρτηθεί από το εάν οι εταιρείες μειώσουν εξαρχής τα πλεονάζοντα αποθέματα.

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος τα απούλητα προϊόντα να μεταφέρονται σε τρίτες χώρες, να διοχετεύονται σε κορεσμένες αγορές μεταχειρισμένων ειδών ή να καταλήγουν τελικά ως απόβλητα σε περιοχές με ασθενέστερη περιβαλλοντική εποπτεία.

Η απαγόρευση αποτελεί, συνεπώς, σημαντικό βήμα προς την κυκλική οικονομία, αλλά δεν εξαλείφει αυτομάτως το πρόβλημα. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι κατά πόσο θα αλλάξει τις αποφάσεις παραγωγής και διαχείρισης αποθέματος των εταιρειών, αντί απλώς να μεταφέρει το πλεόνασμα από ένα κανάλι διάθεσης σε κάποιο άλλο.

Πηγή: The Business of Fashion, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και EUR-Lex.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ