Στα 540 δισ. δολάρια αναμένεται να ανέλθει φέτος το παγκόσμιο κόστος της σπατάλης τροφίμων, αυξημένο από τα 526 δισ. δολάρια του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με νέα έκθεση της Avery Dennison, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με το Centre for Economics and Business Research (Cebr).
.
Η μελέτη βασίστηκε σε απαντήσεις περισσότερων από 3.500 επαγγελματιών από τον κλάδο του λιανεμπορίου και της εφοδιαστικής αλυσίδας σε επτά μεγάλες αγορές – μεταξύ αυτών οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Κίνα, η Βραζιλία και η Ινδία. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να έχουν περιορισμένη εικόνα για το πού ακριβώς παράγεται η σπατάλη μέσα στις δραστηριότητές τους, με 61% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν επαρκή ορατότητα σε όλη την αλυσίδα τους.
Ως οι πιο «προβληματικές» κατηγορίες τροφίμων σε ό,τι αφορά τις απώλειες αναδείχθηκαν το κρέας (50%), τα νωπά προϊόντα (45%) και τα αρτοσκευάσματα (28%). Παράλληλα, 51% των επιχειρήσεων ανέφερε ότι η κακή διαχείριση αποθεμάτων και η υπερβολική αποθήκευση αποτελούν βασικούς παράγοντες σπατάλης.
Σύμφωνα με την έκθεση, το κόστος της σπατάλης τροφίμων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα ενός λιανεμπορικού οργανισμού – από την επεξεργασία έως το ράφι – αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε περίπου 33% των συνολικών εσόδων.
Η Julie Vargas, αντιπρόεδρος και γενική διευθύντρια Enterprise Intelligent Labels Growth της Avery Dennison, σημείωσε ότι η σπατάλη τροφίμων έχει σε μεγάλο βαθμό «κανονικοποιηθεί» ως κόστος λειτουργίας, παρότι υπάρχουν ήδη διαθέσιμες λύσεις για τον περιορισμό της. Όπως ανέφερε, το βασικό πρόβλημα είναι τα «τυφλά σημεία» από τη μεταφορά έως το ράφι, τα οποία διαβρώνουν αθόρυβα τα περιθώρια κέρδους. Με την κατάλληλη καινοτομία, πρόσθεσε, η απώλεια αυτή μπορεί να μετατραπεί σε μετρήσιμη αξία και σε παράγοντα αποδοτικότητας για ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Εάν οι σημερινές τάσεις συνεχιστούν, το σωρευτικό κόστος της σπατάλης τροφίμων την περίοδο 2025–2030 εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 3,4 τρισ. δολάρια. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις συμμετέχοντες (27%) δήλωσαν ότι δεν αναμένουν να επιτευχθεί έως το 2030 ο στόχος του ΟΗΕ για τη μείωση της παγκόσμιας σπατάλης τροφίμων κατά 50% (Στόχος Βιώσιμης Ανάπτυξης 12.3).
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο ρόλος του κρέατος, καθώς μόνο ο συγκεκριμένος τομέας αναμένεται να προκαλέσει απώλειες 94 δισ. δολαρίων το 2026, δηλαδή περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού κόστους. Τα νωπά προϊόντα εκτιμάται ότι θα προσθέσουν επιπλέον 88 δισ. δολάρια σε απώλειες.
Παρά το μέγεθος του προβλήματος, η πλειονότητα των επιχειρήσεων δεν το αντιμετωπίζει μόνο ως περιβαλλοντική πρόκληση. Περίπου 73% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι βλέπουν τη μείωση της σπατάλης τροφίμων ως ευκαιρία ανάπτυξης. Όπως σημείωσε ο Michael Colarossi, αντιπρόεδρος και επικεφαλής enterprise sustainability της Avery Dennison, το ύψος των απωλειών συνιστά μια «ξεκάθαρη έκκληση για δράση», καθώς η αντιμετώπιση της σπατάλης μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και να δημιουργήσει διαχρονική αξία τόσο για την οικονομία όσο και για το περιβάλλον.
Πηγή: Sustainability Online








